ῥίζῃς

ῥίζῃς
ῥίζα
root
fem dat pl (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ῥίζης — ῥίζα root fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Иерапетра (дим) — Дим Иерапетра расположен на юге нома Ласити, на острове Крит. Главный город – Иерапетра, расположенный на побережье Ливийского моря, в заливе Мирабелон. Согласно переписи 2001 года в диме проживало 23 707 жителей, а площадь составила 394,774… …   Википедия

  • PISAEUS Jupiter — dicebatur simulacrum Iovis apud Pisatas culti. quod ex ebore a Phidia factum, inter VII. Veterum miracula locum habuit. Πίσης Σῆνα, Pisae Iovem vocat Philo apud Galenum in descri. medicamenti sui anodyni, quod ab ipso Φιλώνειον dictum est:… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κάλυκας — Το εξωτερικό περίβλημα του άνθους, συνήθως πράσινο, που σχηματίζεται από φυλλάρια, τα σέπαλα, είτε ελεύθερα μεταξύ τους (κάλυκας χωριστοσέπαλος ή αποσέπαλος) είτε ενωμένα (κάλυκας συσσέπαλος ή μονοσέπαλος), ώστε να σχηματίζουν ένα όργανο κοίλο,… …   Dictionary of Greek

  • καυλίας — καυλίας, ὁ (Α) [καυλός] (για χυμό) αυτός που παράγεται από τον καυλό τών φυτών («ὀπόν... ἔχει, τὸν μὲν ἀπὸ τοῡ καυλοῡ τὸν δὲ ἀπὸ τῆς ρίζης, διὸ καλούσι τὸν μὲν καυλίαν τὸν δὲ ῥιζίαν», Θεόφρ.) …   Dictionary of Greek

  • λιπομορία — λιπομορία, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «δένδρον τὸ ἐκ τοῡ θωρακίου κατεαγός, ἐκ δὲ τῆς ρίζης φέρον βλαστούς» …   Dictionary of Greek

  • περιορύσσω — και περιορύττω Α [ορύσσω] 1. ορύσσω, σκάβω λάκκο γύρω από κάτι («ῥίζης περιορυχθείσης», Διοσκ.) 2. κάνω εκσκαφή, αφαιρώ γύρω γύρω («τοὺς λίθους περιορυττόντων καὶ μεθιστάντων», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • προστατικός — ή, ό / προστατικός, ή, όν, ΝΑ νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αδένα προστάτη («προστατικό υγρό») 2. το αρσ. ως ουσ. ο προστατικός αυτός που πάσχει από νόσο τού προστάτη 3. φρ. «προστατική μοίρα ουρήθρας» το αρχικό τμήμα τής ανδρικής …   Dictionary of Greek

  • προτέμνω — ΜΑ, και ιων. και επικ. τ. προτάμνω Α [τέμνω] 1. κόβω κάτι εκ τών προτέρων σε κομμάτια και τό θέτω μπροστά από κάποιον («πρίν γ ὅτε δή σ ἐπ ἐμοῑσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας, ὄψου τ ἄσαιμι προταμών», Ομ. Ιλ.) 2. αποκόπτω («κορμὸν ἐκ ῥίζης προταμών»,… …   Dictionary of Greek

  • σπά — (Spaa). Βελγική λουτρόπολη στην επαρχία Λιέγης, με 10.000 κατ. Στη λουτρόπολη υπάρχει αξιόλογος ναός του 1880. Τα ιαματικά της νερά θεραπεύουν καρδιακές και νεφρικές παθήσεις. Η πόλη συνδέεται με τη Συνδιάσκεψη του Σ. (5 16 Ιουλίου 1920), στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”